Άγγελος Κατακουζηνός

Γεννήθηκε το 1904, στο χωριό Ρέμα όπου μέχρι σήμερα σώζεται το πατρικό του σπίτι.

Τον περισσότερο χρόνο ζούσε με την οικογένειά του στη Σμύρνη στα παράλια της Μικράς Ασίας (ο πατέρας του ασχολούνταν με το εμπόριο) και επέστρεφε στο χωριό του σαν παιδί για τις καλοκαιρινές του διακοπές. Αποφοίτησε με έπαινο από την Ευαγγελική Σχολή στην ηλικία των 16 ετών και επισκέφτηκε για ένα ακόμα καλοκαίρι το αγαπημένο του νησί. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στο εγκαταλειμμένο μοναστήρι της Περιβολής κοντά στο χωριό Άντισσα, με ενδιαφέρουσες μεταβυζαντινές τοιχογραφίες, πήγε να θαυμάσει από κοντά κάποια όπου εικονίζεται «Η Θάλασσα αποδίδουσα τους νεκρούς».

Ακριβώς εκεί βρέθηκε αντιμέτωπος με μια σκηνή που του άλλαξε τη ζωή: είδε ένα αλυσοδεμένο κορίτσι να εκλιπαρεί για βοήθεια υποφέροντας από κάποια ψυχική διαταραχή χωρίς κανείς να μπορεί να το βοηθήσει. Το γεγονός αυτό στάθηκε η αφορμή για να σπουδάσει την ψυχιατρική επιστήμη και να αφιερωθεί σε όλη του τη ζωή στην ανακούφιση της ανθρώπινης ψυχής.

Οι Σπουδές

Έτσι βρέθηκε στη Γαλλία όπου σπούδασε Ιατρική στο Μονπελιέ. Δημοφιλής και επικοινωνιακός, σύντομα εκλέχθηκε αντιπρόσωπος των Ελλήνων φοιτητών. Δύο χρόνια αργότερα μετακινήθηκε στο Παρίσι, θέλοντας να συνεχίσει τις σπουδές του με τους περίφημους καθηγητές J.Sicard και Th.Alajouanine στα νοσοκομεία Νεκέρ και Πιτιέ-Σαλπετριέρ. Κατόπιν διαγωνισμού εξελέγη καθηγητής αλλά κράτησε περήφανα την ελληνική υπηκοότητα, η απώλεια της οποίας θα του εξασφάλιζε μεγαλύτερες δυνατότητες για την εξέλιξή του. Κατ’ εξαίρεσιν για μη Γάλλο, δίδαξε στη Μέκκα της Νευρολογίας που ήταν η Σαλπετριέρη και στο Λαριμπουαζιέρ. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γαλλία θεμελίωσε ισχυρές φιλίες με άλλους φοιτητές, οι οποίοι στη συνέχεια θα γίνονταν ηγετικές μορφές της ελληνικής πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής, η λεγόμενη «Γενιά του 30». Οι εμπειρίες του από αυτά τα χρόνια παρουσιάστηκαν αργότερα σε μία σειρά από ψυχογραφήματα των παλαιών αυτών φίλων. Εκτός από όλους αυτούς, γνώρισε στη Γαλλία και όλους τους πνευματικούς ανθρώπους της εποχής του, όπως τον Πικάσο, τον Μιρό, τον Ματίς, τον Σαγκάλ.

Ο Άγγελος Κατακουζηνός με το Γιώργο Κατσίμπαλη

Ο Επιστήμονας

Μετά από δέκα χρόνια στο εξωτερικό, αρνήθηκε προτάσεις να εργαστεί στη Γαλλία και τις ΗΠΑ και επέστρεψε στην πατρίδα του. Λίγο αργότερα γνώρισε τη Λητώ Πρωτόπαππα και την παντρεύτηκε το 1934. Αποδέχθηκε την πρόσκληση να ιδρύσει μία από τις πρώτες ψυχιατρικές κλινικές στην Ελλάδα, στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός». Υπηρέτησε το Νοσοκομείο «Η Παμμακάριστος» πάνω από 30 χρόνια (έως τις 31.3.1978) από τη θέση του Διευθυντή της Νευρολογικής Κλινικής καθώς η διοίκηση του αναγνώρισε την ποιότητα των υπηρεσιών του και το ενδιαφέρον του για τους ασθενείς. Καθώς ήταν και καθηγητής σε Πανεπιστήμιο των Παρισίων ταξίδευε συχνά, παρακολουθούσε τις νέες μεθόδους θεραπείας και ήταν πάντα πρωτοπόρος στις επιστημονικές εξελίξεις. Γι’ αυτό είχε και πολύ καλά αποτελέσματα στις διαγνώσεις και τις εφαρμοζόμενες θεραπείες του. Ήταν ένας από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν την ναρκο-αναλυτική μέθοδο και σύντομα απέκτησε διεθνή φήμη και προσέλκυσε πολλούς πελάτες από το Παρίσι και το Λονδίνο στο ιατρείο του στην Αθήνα, όπως τον Γουίλιαμ Φώκνερ, τον Αλμπέρ Καμύ αλλά και τον Αριστοτέλη Ωνάση.
Ο Κατακουζηνός αγαπούσε πολύ τον άνθρωπο. Τον διέκρινε η αγάπη στην άσκηση της ιατρικής, το μεράκι, το πάθος, που συνδεδεμένα με τα φυσικά του χαρίσματα τον έκαναν να ξεχωρίζει. Όπως έλεγε ο ίδιος: «Ο γιατρός, όταν πασχίζει να θεραπεύσει τον άρρωστο, δεν αρκούν μόνο οι γνώσεις του για την αρρώστια, χρειάζεται και η αγάπη του για τον άνθρωπο. Και τότε το έργο του ολοκληρώνεται και τον κάνει άνθρωπο επιτυχημένο».
Ο φιλότεχνος
Πέρα όμως από την ιατρική του καριέρα και τις εκτενείς δημοσιεύσεις του στα ελληνικά, γαλλικά και γερμανικά, ο Άγγελος Κατακουζηνός ήταν άνθρωπος υψηλής πνευματικότητας και αγαπούσε την τέχνη. Ίδρυσε το Γαλλο-Ελληνικό Ινστιτούτο και την Ελληνο-Αμερικανική Ένωση, αμφότερα με στόχο την προώθηση των πολιτιστικών ανταλλαγών. Οι στοχαστικές ομιλίες του και οι προσωπικότητες που προσείλκυε στις διαλέξεις που οργάνωνε συγκέντρωναν την προσοχή και προκαλούσαν θαυμασμό. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 50 (στις 28 Απριλίου του 1955) προσκάλεσε τον μετέπειτα (1957) κάτοχο του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας Αλμπέρ Καμύ να μιλήσει σε συνέδριο για το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού όπου συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, οι Ευάγγελος Παπανούτσος, Κωνσταντίνος Τσάτσος, Γιώργος Θεοτοκάς, Φαίδων Βεγλερής, Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας στο οποίο προέδρευσε ο ίδιος. Αυτή η συζήτηση, καταγραμμένη από το μαγνητόφωνο του Ανδρέα Εμπειρίκου, μεταφράστηκε και κυκλοφορεί με τίτλο «Αλμπέρ Καμύ. Το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Μια συζήτηση στην Αθήνα, 1955» από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

Πνευματικοί άνθρωποι της γενιάς του 30 ήταν φίλοι του ζεύγους Κατακουζηνού. Μεταξύ αυτών ήταν οι: Οδυσσέας Ελύτης (στο διαμέρισμα τους δόθηκε η δεξίωση για το Νομπέλ το 1979), Γιώργος Σεφέρης, Ηλίας Βενέζης, Γιώργος Θεοτοκάς, Άγγελος Τερζάκης, Αντρέας Εμπειρίκος, Μυρτιώτισσα, Γιώργος Γουναρόπουλος, Κώστας Δημαράς, Γιώργος Κατσίμπαλης, Στέλιος Ξεφλούδας, Αντρέας Καραντώνης κ.ά., ενώ το κατώφλι του σπιτιού τους πέρασαν και ο Ρούντολφ Νουρέγεφ, ο Λε Κορμπυζιέ, η Μαργκότ Φοντέιν, ο Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν, ο Γουίλιαμ Φώκνερ, αλλά και ο Μάρκ Σαγκάλ ο οποίος γνώρισε τη γενιά του ’30, καθώς το ζεύγος Κατακουζηνού ζήτησε έργα από τους Νικολάου, Τσαρούχη, Γκίκα, Μόραλη κ.ά., κρυφά από τον καθένα, και έστησε μια έκθεση-έκπληξη για το δημοφιλή φίλο. Ο Μαρίνος Καλλιγάς είπε τότε πως αυτή ήταν ουσιαστικά η πρώτη Πανελλήνια Έκθεση. Οι Κατακουζηνοί συνδέθηκαν με τον Σαγκάλ χάρη στις πολύ καλές φιλικές σχέσεις τους με τον Στρατή Ελευθεριάδη (Τeriade), κριτικό τέχνης και εκδότη των μεγάλων καλλιτεχνών της Γαλλίας του Μεσοπολέμου.

Η ανάδειξη του Θεόφιλου

Ο Άγγελος Κατακουζηνός ενδιαφέρθηκε πολύ για την ίδρυση του Μουσείου Θεόφιλου στη Βαρειά Λέσβου, ήταν ο πρόεδρος της Επιτροπής Εορτών Θεόφιλου και συνέβαλε για την ίδρυση της Βιβλιοθήκης Στρατή Ελευθεριάδη-Τεριάντ.

Το 1946 (12 χρόνια μετά τον θάνατο του καλλιτέχνη) διοργάνωσε στο σπίτι του την πρώτη έκθεση έργων του άγνωστου ακόμα, Θεόφιλου στην Αθήνα και η εφημερίδα «Αθηναϊκή» υποδεχόταν την πρωτοβουλία του με το εξής δημοσίευμα: «Πού οδηγούμεθα; Ένας Κατακουζηνός να εκθέτει σπίτι του έναν κομμουνιστή μπογιατζή. Να τον επαινεί ο Σεφέρης και να κόπτεται υπέρ αυτού ένας Χατζηκυριάκος-Γκίκας! Πού οδηγούμεθα, ύψιστε Θεέ;». Ήταν η εποχή που η Ελλάδα έμπαινε στον Εμφύλιο, χωρισμένη στα δυο. Ο αυτοδίδακτος-«περιθωριακός»- λίγο «παλαβός», εκπρόσωπος μιας λαϊκής αυθόρμητης τέχνης, ήταν εύκολος στόχος για να χτυπηθεί κάθε μη νόμιμο-αποδεκτό και εγκεκριμένο από την ελίτ της εποχής. Τι κι αν τόσοι πνευματικοί άνθρωποι του τόπου με πρώτο τον Γιώργο Γουναρόπουλο που τον «ανακάλυψε» το 1925, τον Τeriade από το 1929 που τον στήριξε και τον ανέδειξε κι έναν άλλο Λέσβιο, τον Οδυσσέα Ελύτη, από το 1945 που ζητούσε με άρθρο του να οργανωθεί μια μεγάλη έκθεση «για την περισυλλογή και τη διάσωση των έργων του Θεόφιλου». Ο δεξιός Τύπος απαξίωνε τον παλαβό μπογιατζή που υπονόμευε την γνησιότητα του Ελληνισμού, ενώ ο αριστερός απορούσε πώς ένα παιδί του λαού μπορεί να βρει στέγη στο σαλόνι ενός μεγαλοαστού! Κατάσταση άκρων δηλαδή, όπως συμβαίνει τόσες και τόσες φορές στη λεγόμενη εξασφάλιση της όποιας επιβαλλόμενης «καθαρότητας» εκπροσωπεί ο καθείς!
Ο Άγγελος Κατακουζηνός, όμως δεν είχε σκοπό να παραιτηθεί από την προσπάθεια ανάδειξης του έργου του ζωγράφου και δημιουργίας ενός Μουσείου Θεόφιλου αν και όπως βλέπουμε από αυτό που του έγραφε ο Γιώργος Σεφέρης σε επιστολή του «Το βρισίδι που φάγαμε τα χρόνια της έκθεσης Θεόφιλου το ξεχνάς- καλά κάνεις», τα πράγματα δεν ήταν εύκολα. Δύο εκθέσεις στην Αθήνα και στο Παρίσι (Λούβρο) όμως με πρωτοβουλία του ίδιου του Τeriade πιστοποίησαν με τον καλύτερο τρόπο ότι αυτοί που θαύμαζαν του έργο του Θεόφιλου πλήθαιναν και δημιουργούσαν πρόσφορο έδαφος για την ίδρυση Μουσείου στη Λέσβο. 
Ύστερα και από την προτροπή-παράκληση του Τeriade που εξουσιοδοτούσε τον Άγγελο Κατακουζηνό να σχηματίσει μια τιμητική επιτροπή για τα εγκαίνια του Μουσείου, προέβη στις απαραίτητες ενέργειες, ενώ τη διαμόρφωση του Μουσείου Θεόφιλου ανέλαβε ο Γιάννης Τσαρούχης. Τα εγκαίνια έγιναν στις 29 Αυγούστου 1965, παρουσία σημαντικών εκπροσώπων της «γενιάς του ‘30» (Βενέζης, Σεφέρης, Χατζηκυριάκος-Γκίκας) και εκατοντάδων κατοίκων του νησιού, οι οποίοι ήθελαν να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους για τη δημιουργία του.

Η Απόρριψη

Παρά το γεγονός ότι είχε εκλεγεί καθηγητής Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας και μέλος της Λεγεώνας της Τιμής, (ένα επιστολικό δελτάριο του Οδυσσέα Ελύτη αναφέρει τη χαρά και την περηφάνια που ένιωσε για την εκλογή του αγαπητού φίλου), δεν απόλαυσε αντίστοιχη αναγνώριση της αξίας του στην Ελλάδα. Όταν έκανε αίτηση για έδρα διδασκαλίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, απορρίφθηκε με το σκεπτικό ότι ήταν “υπερβολικά καλός ομιλητής, πειστικός και διαυγής, συνεπώς ικανός να αποπροσανατολίσει τους φοιτητές!”. Το 1979 δεν έγινε δεκτός ούτε στην Ακαδημία Αθηνών. Όμως ο Κατακουζηνός παρά τη μεγάλη πικρία που ένοιωσε δεν εγκατέλειψε την Ελλάδα, έμεινε πιστός στο όραμα που είχε διαμορφώσει σαν έφηβος στη Λέσβο. Ταιριάζει, στη σχέση με την αγαπημένη του πατρίδα, η ρήση του Γιώργου Σεφέρη από το “Τετράδιο Γυμνασμάτων“: “Όπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει“.

Η Λητώ Κατακουζηνού κατά τη διάρκεια εκδήλωσης μετά την απελευθέρωση, προς τιμήν των Ελλήνων που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς στην Καισαριανή.
Η Λητώ Κατακουζηνού
Ο Άγγελος και η Λητώ Κατακουζηνού έζησαν αχώριστοι 45 χρόνια γάμου χωρίς να κάνουν παιδιά αλλά αγκαλιάζοντας ως άλλα τέκνα τους εκπροσώπους του ελληνικού και ευρωπαϊκού διανοητικού στερεώματος των χρόνων τους. Η Λητώ Κατακουζηνού γεννήθηκε το 1914 στο Πειραιά και σε μικρή ηλικία έφυγε με τη μητέρα της από την Ελλάδα για Βερολίνο και Ρώμη. Επέστρεψε σε ηλικία 20 ετών. Είχε ισχυρή προσωπικότητα και πολλές καλλιτεχνικές κλίσεις. Αγαπούσε την Ελλάδα και είχε λάβει ενεργό μέρος στην αντίσταση κατά της Γερμανικής Κατοχής (όπως και ο σύζυγός της). Μιλούσε άνετα Γαλλικά, Αγγλικά, Γερμανικά και Ιταλικά. Αργότερα στράφηκε προς τη Λογοτεχνία που την ενδιέφερε ιδιαίτερα και το έτος 1949 κυκλοφόρησε το έργο της «Φωτεινό Μονοπάτι», το οποίο ανέβηκε με επιτυχία στο Εθνικό θέατρο. Άλλα έργα της είναι: Του Έρωτα και της Θάλασσας (νουβέλα), 1950, Κύματα (διηγήματα), 1957, Απ’ το Δείλι ως την Αυγή (μυθιστόρημα), 1957, όλα από τις εκδόσεις «Ίκαρος». Όμορφο Καράβι μου-Θύμησή μου (διηγήματα), 1977 και Συντροφιά με τον Albert Camus, 1979, από τον εκδοτικό οίκο «Ερμείας». (Η επίσκεψη του μεγάλου συγγραφέα στην Αθήνα το 1955 έδωσε την ευκαιρία στη συγγραφέα να γράψει το βιβλίο που δείχνει πόσο πολύ αγαπούσε ο συγγραφέας την Ελλάδα).
Υπήρξε όμορφη, κομψή και χαρισματική σύζυγος. Με τον Άγγελο Κατακουζηνό γνωρίστηκαν για πρώτη φορά στο Νέο Φάληρο και μετά από λίγο καιρό παντρεύτηκαν.
Στο στήσιμο του διαμερίσματος όπου μετακόμισαν το 1960 προσπάθησαν να ενσωματώσουν όλα όσα αγαπούσαν. Κανένα από τα έργα τέχνης στη συλλογή τους δεν αγοράστηκε, καθ’ ότι οι Κατακουζηνοί ήταν από μεγαλοαστικές οικογένειες αλλά όχι πλούσιοι, τουλάχιστον με τα μέτρα της εποχής.
Επιστήμονες, πολιτικοί, συγγραφείς, φιλόσοφοι, ποιητές και κάθε είδους πνευματικοί άνθρωποι μπαινόβγαιναν στο σπίτι τους και για όλο αυτόν τον πνευματικό κόσμο η Λητώ υπήρξε η μούσα. Εκεί απήγγειλαν ποιήματά τους ο Γιώργος Σεφέρης και η Μυρτιώτισσα, εκεί διάβασε αποσπάσματα ο Ανδρέας Εμπειρίκος από τον «Μέγα Ανατολικό», εκεί έπαιξε πρώτη φορά στο πιάνο του σπιτιού, ένα παλιό Steinway, τραγούδια από τον «Μεγάλο Ερωτικό» ο Μάνος Χατζιδάκις. Ποιητικές βραδιές, ρεσιτάλ απαγγελίας, συναυλίες, φιλοσοφικές και φιλολογικές συζητήσεις ατέρμονες με κύρια εμψυχώτρια πάντοτε τη Λητώ, όπως μας πληροφορεί και ο Γιάννης Τσαρούχης, στενός φίλος του ζεύγους στον πρόλογο του στο βιβλίο της Λητώς Κατακουζηνού.
Ο Α. Κατακουζηνός «έφυγε» στις 28 Αυγούστου 1982 αφήνοντας κληρονομιά την εντιμότητά του και την ανθρωποκεντρική του τοποθέτηση στο χώρο της ψυχικής υγείας που υπηρέτησε μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής. Είχε κερδίσει την αγάπη των ασθενών του και του ελληνικού λαού, με μικρή αναγνώριση του έργου του.
Κάποια στιγμή προς το τέλος της ζωής του έγραψε χειρόγραφο σημείωμα το οποίο όμως δεν πρόλαβε να δώσει στην αγαπημένη του σύζυγο. Το σημείωμα αυτό βρέθηκε από τη σύζυγό του 14 χρόνια μετά το θάνατο του και έγραφε τα ακόλουθα:
 
«Τα χρόνια να κυλούν ανέφελα και να σου δίνουν μόνο χαρά και ευτυχία για να έχει δίπλα σου ένα νόημα η ζωή μου αγάπη μου. Στη Λητώ μου!
Κατάλαβε ότι είχε έρθει η στιγμή να φύγει και αυτή από τη ζωή και ξαναβρεί τον αγαπημένο της Βαλή. Είχε πικραθεί πολύ από το χαμό του συντρόφου της η Λητώ και αυτό φαίνεται πολύ έντονα στο βιβλίο: Άγγελος Κατακουζηνός-ο Βαλής μου! Το βιβλίο έγινε πηγή έμπνευσης για να δημιουργηθεί ένας όμιλος από νέα παιδιά που τη συντρόφευαν τα τελευταία χρόνια της ζωής της. Πέθανε στις 27 Δεκεμβρίου 1997 και η τελευταία της επιθυμία ήταν να δημιουργηθεί ένα ίδρυμα με έδρα το σπίτι τους που να περιέχει όλα εκείνα που τους συντρόφευαν όλα τα χρόνια της κοινής τους ζωής και να αποτελέσει μια συνέχεια του φιλολογικού σαλονιού τους έτσι ώστε να φιλοξενεί πνευματικούς ανθρώπους των Εικαστικών, της Ποίησης, της Λογοτεχνίας. Έτσι ώστε η πνευματική τους κληρονομιά να επιβιώνει και να συνεχίζεται μέσω του Ιδρύματος που φέρει τ’ όνομά τους.

Αντίγραφο τοιχογραφίας της μονής της Περιβολής στη Λέσβο

Το σπίτι-μουσείο

Το διαμέρισμα τους είναι πλέον ένα «σπίτι-μουσείο», στα πρότυπα του Sigmund Freud Museum του Λονδίνου. Δεν λειτουργεί ως μουσείο, αλλά ανοίγει για συγκεκριμένες εκδηλώσεις. Χρειάστηκαν 11 χρόνια προσπαθειών για την ανακαίνιση και διακόσμηση του και τα εγκαίνια του πραγματοποιήθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2008 στο πλαίσιο εκδηλώσεων του εορτασμού των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
Πρόθυμοι οικοδεσπότες, να μας ξεναγήσουν στο μοναδικό αυτό χώρο είναι ο αρχιτέκτονας Γιώργος Μαγγίνης και η φιλόλογος-μουσειολόγος Σοφία Πελοποννησίου-Βασιλάκου, μέλη του Δ.Σ. του Ιδρύματος, οι οποίοι από τον Σεπτέμβριο του 2008 που το «άνοιξαν» για το κοινό ξεναγούν με διακριτικότητα τους χιλιάδες επισκέπτες (κυρίως νέους), παρουσιάζοντας τα φανερά και αφανή στοιχεία-μυστικά της οικίας. Κατάφεραν με εθελοντική εργασία (και μια πλειάδα συνεργατών) να διατηρήσουν το σπίτι ακριβώς όπως ήταν και παράλληλα να φέρουν σε πέρας την έρευνα και την ταξινόμηση του πλούσιου αρχείου των Κατακουζηνών.

Πηγές:
Ίδρυμα Άγγελου & Λητώς Κατακουζηνού και βιβλίο «Άγγελος Κατακουζηνός, ο Βαλής μου» Δημοσιεύματα: Βασίλη Πλάτανου (εφημερίδα Αυγή), Αντώνη Τενέδιου (εφημερίδα Δημοκράτης Μυτιλήνης) κ.α.

Subscribe Now

Εγγραφείτε στη λίστα μας

v.21.22

×
Επιστροφή