Παιδί μιας ευφυούς τουριστικής πολιτικής, ο θεσμός των Επιδαυρίων ταυτίστηκε με τη συστηματική παρουσίαση παραστάσεων του αρχαίου δράματος στο ευρύ κοινό. Κατά τους αρχαίους χρόνους στο ιερό του Ασκληπιού το θέατρο του Πολυκλείτου του Νεότερου προσέφερε στους ασθενούντες προσκυνητές κάποιες στιγμές τέρψης και απόλαυσης κατά την παραμονή τους που είχε ως σκοπό την ίαση και τη θεραπεία από το θεό-ιατρό. Στις μέρες μας χιλιάδες προσκυνητές πάλι της απαράμιλλης τέχνης του θεάτρου, όμως, συγκεντρώνονται κάθε Ιούλιο και Αύγουστο στο κοίλο του αρχαίου θεάτρου, για να απολαύσουν μια εξαίρετη θεατρική διδασκαλία.

Η αρχή έγινε το Σεπτέμβριο του 1938 από το Εθνικό Θέατρο με την Ηλέκτρα του Σοφοκλή (σκηνοθεσία Δ. Ροντήρη), σε ένα υποβλητικό σκηνικό υπό το φως του απογευματινού ήλιου. Την πρωτοβουλία για τη διοργάνωση της παράστασης είχε αναλάβει η Περιηγητική Λέσχη με την προοπτική της καθιέρωσης «σεζόν Επιδαύρου»• όμως ο πόλεμος που ξέσπασε ανέστειλε τα φιλόδοξα σχέδια.

Η επανεκκίνηση στο «ωραιότερο θέατρο του κόσμου» έγινε το 1954 πάλι με παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου, τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη (σκηνοθεσία Δ. Ροντήρη) να αποτελεί τη γενική δοκιμή για το νέο φεστιβάλ. Η επίσημη έναρξη ακολουθεί την επόμενη χρονιά με την Εκάβη του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή. Τα «Επιδαύρια» λαμβάνουν σάρκα και οστά και το αρχαίο θέατρο καθίσταται το κέντρο αναβίωσης του αρχαίου δράματος. Άλλωστε σε ευθυγράμμιση με την ταυτόχρονη διοργάνωση του Φεστιβάλ Αθηνών, τα Επιδαύρια θα αποτελέσουν πόλο έλξης ξένων επισκεπτών στην περιοχή προσφέροντας τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν κατά τη διαμονή τους μια λαμπρή θεατρική παράσταση.

Στην εικοσαετία που θα ακολουθήσει το Εθνικό Θέατρο θα μονοπωλήσει τις παραστάσεις με μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία. Σημαντικοί σκηνοθέτες (Ροντήρης, Μινωτής, Σολομός κ.ά.), σπουδαίοι ερμηνευτές (Παξινού, Μινωτής, Συνοδινού, Κωτσόπουλος κ.ά.), καθώς και εξέχοντες εικαστικοί (Μόραλης, Βακαλό, Κλώνης, Φωκάς) θα δημιουργήσουν το μύθο των Επιδαυρίων με τις υψηλής καλλιτεχνικής ποιότητας παραστάσεις-σημεία αναφοράς για την πρόσφατη θεατρική ιστορία του τόπου.

Στα ορόσημα της περιόδου αυτής το πέρασμα από την Επίδαυρο της κορυφαίας του λυρικού θεάτρου Μαρίας Κάλλας, όπου ερμήνευσε τη Νόρμα του Μπελλίνι (1960) και τη Μήδεια του Κερουμπίνι (1961).

Η μεταπολίτευση θα εμπλουτίσει τα Επιδαύρια με τη συμμετοχή και άλλων θιάσων, αρχής γενομένης από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, το αντίπαλον δέος του Εθνικού Θεάτρου από την εποχή της ίδρυσής του. Το καλοκαίρι του 1975 παρουσιάζονται οι θρυλικοί Όρνιθες, ένα διονυσιακό «μεθύσι» με συντελεστές σωστή Εθνική Ελλάδος των τεχνών (σκηνοθεσία Κουν, μετάφραση Ρώτα, σκηνικά – κοστούμια Τσαρούχη, μουσική Χατζιδάκι, χορογραφία Ζ. Νικολούδη), ενώ θα ακολουθήσουν την επόμενη χρονιά οι περίφημοι Πέρσες σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν και μουσική του αξέχαστου Γιάννη Χρήστου.

Την ίδια εποχή θα περάσει το κατώφλι της Επιδαύρου το Κ.Θ.Β.Ε. με την Ηλέκτρα του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Μίνωα Βολανάκη. Στη συνέχεια, θα ενταχθούν στα Επιδαύρια το Αμφιθέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου, ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου• συν τω χρόνω θα φιλοξενηθούν όλοι οι εγχώριοι θίασοι, ενώ δεν θα λείψουν και σημαντικά θεατρικά σχήματα του εξωτερικού. Παρά ταύτα, ο θεσμός δεν έχει τη λάμψη του παρελθόντος, καθώς δέχεται επικρίσεις για άμβλυνση των κριτηρίων επιλογής των θιάσων και στασιμότητα, γεγονός που αντανακλάται στην αμφίβολη καλλιτεχνική ποιότητα και τη σταθερά μειούμενη εισπρακτική επιτυχία των παραστάσεων.

Το 2006 γίνεται ένα νέο ξεκίνημα με τα Επιδαύρια να αποτελούν πια αναπόσπαστο τμήμα του Ελληνικού Φεστιβάλ. Είναι σαφής πλέον ο εξωστρεφής χαρακτήρας και ο διεθνής προσανατολισμός τα τελευταία χρόνια στην Επίδαυρο, αφενός με τη φιλοξενία στην αρχαία σκηνή διάσημων καλλιτεχνών και αφετέρου με την οργάνωση συμπαραγωγών με σημαντικά φεστιβάλ και θεατρικούς οργανισμούς του εξωτερικού.

Πηγή: Travelling News

Subscribe Now

Εγγραφείτε στη λίστα μας

v.21.22

×
Επιστροφή